64 αποτελέσματα για «懐»

懐っこい なつっこい

επίθετο

  1. 01 φιλικός, προσιτός, συμπαθής
懐石 かいせき

ουσιαστικό

  1. 01 καϊσέκι, εκλεπτυσμένη παραδοσιακή ιαπωνική κουζίνα που σερβίρεται σε πιάτα
  2. 02 απλό γεύμα που καταναλώνεται πριν από το σερβίρισμα του τσαγιού
懐石料理 かいせきりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό ιαπωνικό γεύμα που σερβίρεται σε πιάτα (course meal)
  2. 02 φαγητά της ιαπωνικής τελετής του τσαγιού
懐疑論 かいぎろん

ουσιαστικό

  1. 01 σκεπτικισμός
懐柔策 かいじゅうさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο για να κερδίσει κανείς κάποιον με το μέρος του, τακτική προσεταιρισμού
懐古趣味 かいこしゅみ

ουσιαστικό

  1. 01 νοσταλγία για τις παλιές καλές εποχές, προτίμηση για το παρελθόν, ρετρό αισθητική
懐旧 かいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανάμνηση, νοσταλγία, τρυφερή ανάκληση του παρελθόντος, νοσταλγική αναπόληση παλαιότερων ημερών
懐にする ふところにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω στην τσέπη μου, κατέχω
  2. 02 παίρνω, κουβαλώ μαζί μου
懐胎 かいたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη, εγκυμοσύνη
懐炉 かいろ

ουσιαστικό

  1. 01 χειροθέρμαντρο, μικρή συσκευή θέρμανσης τσέπης
懐メロ なつメロ

ουσιαστικό

  1. 01 νοσταλγικό τραγούδι, κλασικό παλιό κομμάτι
懐中物 かいちゅうもの

ουσιαστικό

  1. 01 πορτοφόλι, τσαντάκι, θήκη χρημάτων
懐疑主義 かいぎしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σκεπτικισμός
懐が寂しい ふところがさびしい

άλλο, επίθετο

  1. 01 στερημένος οικονομικά, οικονομικά πιεσμένος
懐古的 かいこてき

επίθετο

  1. 01 νοσταλγικός, παλαιομοδίτικος
懐が痛む ふところがいたむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβαρύνω την τσέπη μου, αναγκάζομαι να πληρώσω από το δικό μου πορτοφόλι
懐中鏡 かいちゅうかがみ

ουσιαστικό

  1. 01 καθρεφτάκι τσέπης
懐柔作戦 かいじゅうさくせん

ουσιαστικό

  1. 01 επιχείρηση για την κατάκτηση κάποιου με χρήση τακτικής ήπιας πειθούς
懐疑派 かいぎは

ουσιαστικό

  1. 01 οι σκεπτικιστές
懐疑心 かいぎしん

ουσιαστικό

  1. 01 σκεπτικισμός, αμφιβολία