89 αποτελέσματα για «我»

我慢強い がまんづよい

επίθετο

  1. 01 υπομονετικός, καρτερικός, επίμονος
我こそは われこそは

άλλο

  1. 01 εγώ ο ίδιος, όσον αφορά εμένα
我が君 わがきみ

άλλο, ουσιαστικό, αντωνυμία

  1. 01 άρχοντάς μου, κύριός μου
  2. 02 εσύ, αγαπημένε μου
我が意を得る わがいをえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιδοκιμάζω
我流 がりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοδίδακτη μέθοδος, προσωπικός τρόπος, ιδιότυπο στυλ
我が事 わがこと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προσωπική υπόθεση, δικό μου ζήτημα
我が物 わがもの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προσωπική ιδιοκτησία, αποκτήματα
我慢汁 がまんじる

ουσιαστικό

  1. 01 προεκσπερμάτωση, προεκσπερματικό υγρό, έκκριμα των αδένων του Κάουπερ, προεκσπερματικό υγρό
我ら われら

αντωνυμία

  1. 01 εμείς, εμάς
  2. 02 εγώ, εμένα
  3. 03 εσύ

ουσιαστικό

  1. 01 πεισματάρικη συμπεριφορά, εγωκεντρισμός
  2. 02 άτμαν, ο εαυτός, το εγώ
我が方 わがほう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η πλευρά μας, εμείς
我が妻 わがつま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγός μου, γυναίκα μου, άντρας μου
我欲 がよく

ουσιαστικό

  1. 01 εγωισμός
我が心 わがこころ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η καρδιά μου
我を通す がをとおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιμένω στις απόψεις μου, περνώ το δικό μου
我が強い ががつよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 πεισματάρης, ισχυρογνώμων, αυθαίρετος, ξεροκέφαλος
我が物にする わがものにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ιδιοποιούμαι, κάνω κάτι κτήμα μου
我慢比べ がまんくらべ

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμασία υπομονής, αναμέτρηση θελήσεων, διαγωνισμός αντοχής
我の強い がのつよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 πεισματάρης, ισχυρογνώμων, αυθαδής, αδιάλλακτος
我武者羅 がむしゃら

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητικός, ριψοκίνδυνος, μανιώδης, παράτολμος