51 αποτελέσματα για «戸»

戸籍簿 こせきぼ

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό μητρώο (της περιφέρειας), πρωτότυπο οικογενειακού μητρώου, αρχείο οικογενειακών μητρώων
戸を破る とをやぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραβιάζω πόρτα, σπάω πόρτα για να μπω
戸別訪問 こべつほうもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατ' οίκον επίσκεψη, κατ' οίκον προεκλογική εκστρατεία
戸籍抄本 こせきしょうほん

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο αντίγραφο μέρους οικογενειακού μητρώου (κοσέκι σόχον)
戸籍係 こせきがかり

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος ληξιαρχείου οικογενειακών μερίδων
戸ごと こごと

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε σπίτι, κάθε νοικοκυριό
戸籍名 こせきめい

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο όνομα, εγγεγραμμένο όνομα, όνομα όπως εμφανίζεται στο οικογενειακό μητρώο (κοσέκι)
戸別 こべつ

ουσιαστικό

  1. 01 από σπίτι σε σπίτι, κατ' οίκον, για κάθε σπίτι ξεχωριστά
戸口調査 ここうちょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική απογραφή, απογραφή ανά οικία
戸当たり とあたり

ουσιαστικό

  1. 01 στοπ πόρτας, στοπ θύρας
戸籍法 こせきほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί οικογενειακού μητρώου
戸籍調べ こせきしらべ

ουσιαστικό

  1. 01 απογραφή πληθυσμού, έλεγχος οικογενειακών μητρώων
戸車 とぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 ράουλο παραθύρου, ράουλο πόρτας, τροχαλία για συρόμενη πόρτα
戸板返し といたがえし

ουσιαστικό

  1. 01 σκηνικό αντικείμενο στο καμπούκι, που αποτελείται από ένα περιστρεφόμενο πάνελ με μια κούκλα σε φυσικό μέγεθος στην κάθε πλευρά
  2. 02 ραγδαία μεταβολή σε μια κατάσταση, στη στάση ενός προσώπου, κ.λπ.
戸主権 こしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιώματα που απορρέουν από τον αρχηγό του νοικοκυριού (σύμφωνα με νόμους που έχουν πλέον καταργηθεί)
戸戸 ここ

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε σπίτι, όλα τα σπίτια
戸垂れ とだれ

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό «πόρτα» (τοδάρε)
戸閉蜘蛛 とたてぐも

ουσιαστικό

  1. 01 αράχνη-παγίδα (οποιαδήποτε αράχνη της οικογένειας Κτενιζίδες), αράχνη με πτυσσόμενη παγίδα (οποιαδήποτε αράχνη της οικογένειας Αντροδιαετίδες)
戸外撮影 こがいさつえい

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογράφιση σε εξωτερικό χώρο
戸冠 とかんむり

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό «πόρτα» (τοκανμουρί) στα κάντζι