135 αποτελέσματα για «所»

所狭しと ところせましと

επίρρημα

  1. 01 ασφυκτικά, συνωστισμένα, γεμάτα, πλημμυρισμένα
所有権 しょゆうけん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτησία, κυριότητα, δικαιώματα ιδιοκτησίας, καθεστώς ιδιοκτήτη, ιδιοκτησιακά δικαιώματα
所定 しょてい N1

ουσιαστικό

  1. 01 προκαθορισμένος, ορισμένος, προβλεπόμενος
所持品 しょじひん

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενα που έχει κάποιος πάνω του, προσωπικά είδη
所では ところでは

άλλο

  1. 01 στο μέτρο που, όσο αφορά
所用 しょよう

ουσιαστικό

  1. 01 ασχολία, δουλειά, υπόθεση
  2. 02 χρήση, ανάγκη
所轄 しょかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δικαιοδοσία
所持金 しょじきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα που έχει κανείς πάνω του
所見 しょけん

ουσιαστικό

  1. 01 άποψη, γνώμη, εύρημα, πορίσματα
所持者 しょじしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης, κάτοχος
所領 しょりょう

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτεια, εδαφική περιφέρεια
所在地 しょざいち

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία, διεύθυνση
所じゃない どころじゃない

άλλο, επίθημα, επίθετο

  1. 01 δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για, δεν είναι το κατάλληλο μέρος για, κάθε άλλο παρά, σε καμία περίπτωση, δεν είναι η κατάλληλη λέξη
所蔵 しょぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στην κατοχή κάποιου
所得 しょとく N1

ουσιαστικό

  1. 01 εισόδημα, κέρδη
所要時間 しょようじかん

ουσιαστικό

  1. 01 απαιτούμενος χρόνος, χρόνος που απαιτείται
所感 しょかん

ουσιαστικό

  1. 01 εντυπώσεις, σκέψεις, αισθήματα, απόψεις
所ではない どころではない

άλλο, επίθημα, επίθετο

  1. 01 δεν είναι η ώρα για, δεν είναι η κατάλληλη περίσταση για, κάθε άλλο παρά, σε καμία περίπτωση, δεν τίθεται θέμα για..., η λέξη δεν περιγράφει το μέγεθος του...
所為か せいか

άλλο

  1. 01 ίσως επειδή
所内 しょない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός γραφείου, εργαστηρίου, εργοστασίου παραγωγής ενέργειας, κ.λπ.