31 αποτελέσματα για «払»

払い渡す はらいわたす

ρήμα

  1. 01 πληρώνω, καταβάλλω, εξοφλώ
払い清める はらいきよめる

ρήμα

  1. 01 εξαγνίζω, απομακρύνω τα κακά πνεύματα
払いすぎ はらいすぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερπληρωμή
払込資本 はらいこみしほん

ουσιαστικό

  1. 01 καταβεβλημένο κεφάλαιο
払い残り はらいのこり

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο οφειλής, καθυστερούμενες πληρωμές
払い方 はらいかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος πληρωμής
払い超 はらいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειμμα μακροπρόθεσμου κεφαλαίου
払い残し はらいのこし

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο πληρωμής, ποσό προς εξόφληση, ληξιπρόθεσμες οφειλές
払い手 はらいて

ουσιαστικό

  1. 01 χαράιτε (σύνθετο στο καρούτα), σαρωτικό πιάσιμο, ένα από τα βασικά στυλ για το πιάσιμο των καρτών
払い腰 はらいごし

ουσιαστικό

  1. 01 χαράι γκόσι (τζούντο), ρίψη με σάρωμα του ισχίου, σάρωμα ισχίου
  1. 01 πληρώνω
  2. 02 αδειάζω, απομακρύνω
  3. 03 κλαδεύω
  4. 04 εξορίζω, διώχνω
  5. 05 ξεφορτώνομαι, πετάω