89 αποτελέσματα για «技»

技師長 ぎしちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιμηχανικός
技研 ぎけん

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο τεχνικής έρευνας, εργαστήριο τεχνολογικής έρευνας
技能者 ぎのうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικός
技術顧問 ぎじゅつこもん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικός σύμβουλος, ειδικός σύμβουλος
技手 ぎしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός μηχανικού, χειριστής τηλεγράφου
技術協力 ぎじゅつきょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική συνεργασία
技工 ぎこう

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη, τεχνική, δεξιοτεχνία
  2. 02 τεχνίτης, χειροτέχνης, τεχνικός
技術提携 ぎじゅつていけい

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική συνεργασία
技術料 ぎじゅつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική αμοιβή
技術支援 ぎじゅつしえん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική υποστήριξη
技あり わざあり

ουσιαστικό

  1. 01 βαζάρι (στο τζούντο, μισός πόντος που απονέμεται για μια καλή αλλά ατελή εκτέλεση)
技術点 ぎじゅつてん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική βαθμολογία (στο καλλιτεχνικό πατινάζ κ.λπ.)
技術的問題 ぎじゅつてきもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικό πρόβλημα, τεχνικό ζήτημα
技術格差 ぎじゅつかくさ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογικό χάσμα, διαφορά στην τεχνολογία
技術的特異点 ぎじゅつてきとくいてん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογική μοναδικότητα, μοναδικότητα
技術交換 ぎじゅつこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογική ανταλλαγή
技術陣 ぎじゅつじん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικό προσωπικό
技能実習生 ぎのうじっしゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ασκούμενος τεχνικής εκπαίδευσης, αλλοδαπός ασκούμενος στην Ιαπωνία με θεώρηση ασκούμενου τεχνικής εκπαίδευσης
技術革命 ぎじゅつかくめい

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογική επανάσταση
技術員 ぎじゅついん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικός βοηθός, τεχνικός