30 αποτελέσματα για «抑»

抑制性 よくせいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανασταλτικός, που αναστέλλει, κατασταλτικός
抑制栽培 よくせいさいばい

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμη καλλιέργεια, τεχνητή καθυστέρηση της ανάπτυξης φυτών
抑制剤 よくせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 αναστολέας, κατασταλτικό, κατασταλτικό μέσο, επιβραδυντικός παράγοντας
抑揚格 よくようかく

ουσιαστικό

  1. 01 ίαμβος (στην ποίηση), ιαμβικός
抑止論 よくしろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία αποτροπής
抑うつ障害群 よくうつしょうがいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 καταθλιπτικές διαταραχές
抑うつ神経症 よくうつしんけいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 καταθλιπτική νεύρωση
抑うつ症群 よくうつしょうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 καταθλιπτικές διαταραχές
抑々揚格 よくよくようかく

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπαιστος
  1. 01 καταστέλλω, καταπιέζω, συγκρατώ
  2. 02 λοιπόν, καλά
  3. 03 τώρα, λοιπόν
  4. 04 καταρχάς, εξ αρχής
  5. 05 σπρώχνω, ωθώ
  6. 06 σπρώχνω (με δύναμη)
  7. 07 πιέζω, συμπιέζω
  8. 08 σφραγίζω
  9. 09 κάνω παρόλα αυτά, ενεργώ παρά ταύτα