88 αποτελέσματα για «抗»

抗不安薬 こうふあんやく

ουσιαστικό

  1. 01 αγχολυτικό φάρμακο, αγχολυτικό σκεύασμα
抗力 こうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 οπισθέλκουσα, αντίσταση ρευστού
  2. 02 δύναμη αντίδρασης (επιφανείας) (δηλαδή κάθετη δύναμη και δύναμη τριβής)
抗うつ剤 こううつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικαταθλιπτικό
抗菌剤 こうきんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμικροβιακός, αντιβακτηριακός
抗ウイルス薬 こうウイルスやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιιικό φάρμακο
抗ウイルス剤 こうウイルスざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιιικό φάρμακο
抗言 こうげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμαρτυρία
抗ヒスタミン薬 こうヒスタミンやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιισταμινικό
抗酸化物質 こうさんかぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιοξειδωτικό
抗精神病薬 こうせいしんびょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιψυχωσικό φάρμακο
抗毒素 こうどくそ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιτοξίνη, αντίδοτο δηλητηρίου
抗凝固剤 こうぎょうこざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπηκτικός παράγοντας, αντιπηκτικό φάρμακο, αντιπηκτικό
抗告 こうこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έφεση, διαμαρτυρία, καταγγελία
抗体カクテル療法 こうたいカクテルりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 θεραπεία με κοκτέιλ αντισωμάτων (θεραπεία που χρησιμοποιεί ένα μείγμα από δύο ή περισσότερα αντισώματα-φάρμακα)
抗壊血病 こうかいけつびょう

ουσιαστικό

  1. 01 αντισκορβουτικός, προληπτικός κατά του σκορβούτου
抗コリン薬 こうコリンやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιχολινεργικό φάρμακο
抗生 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιβίωση
抗老化 こうろうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιγηραντικός
抗拒 こうきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίσταση, αντίθεση
抗日運動 こうにちうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αντι-ιαπωνικό αντιστασιακό κίνημα (στην προ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου Κίνα), αντι-ιαπωνική εκστρατεία