49 αποτελέσματα για «抱»

抱腹絶倒 ほうふくぜっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεκαρδίζομαι στα γέλια, λυγίζω από τα γέλια
抱き合わせ だきあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυαστική πώληση, πακέτο προσφοράς
抱合 ほうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύζευξη, ενσωμάτωση
  2. 02 εναγκαλισμός
抱懐 ほうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλλιεργώ (συναίσθημα ή σκέψη), τρέφω, έχω κατά νου
抱き下ろす だきおろす

ρήμα

  1. 01 κατεβάζω κάποιον ή κάτι κρατώντας τον/το στην αγκαλιά μου
抱え主 かかえぬし

ουσιαστικό

  1. 01 εργοδότης (ειδικότερα γεϊσών, ιερόδουλων κ.λπ.), αφέντης, κυρία
抱き合わせる だきあわせる

ρήμα

  1. 01 αναγκάζω να αγκαλιαστούν, συνδυάζω, ενώνω
  2. 02 πουλάω προϊόντα με μεγάλη ζήτηση μαζί με προϊόντα με μικρή ζήτηση ως πακέτο
抱卵 ほうらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκόλαψη
抱き人形 だきにんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κούκλα για αγκαλιά, πάνινη κούκλα για αγκαλιά
抱き合わせ販売 だきあわせはんばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πώληση με δέσμευση, πακέτο προϊόντων
抱腹 ほうふく

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

  1. 01 σπασμοί από τα γέλια
抱き癖 だきぐせ

ουσιαστικό

  1. 01 συνήθεια του μωρού να ζητάει να το κρατούν αγκαλιά για να ηρεμήσει
抱水クロラール ほうすいクロラール

ουσιαστικό

  1. 01 ενυδατική χλωράλη
抱瓶 だちびん

ουσιαστικό

  1. 01 φορητή κεραμική κανάτα για σάκε (από την Οκινάουα)
抱き犬 だきいぬ

ουσιαστικό

  1. 01 σκύλος συντροφιάς (μικρόσωμος σκύλος που κρατιέται στην αγκαλιά)
抱き寝 だきね

ουσιαστικό

  1. 01 ύπνος αγκαλιά με κάποιον άλλον
抱囲 ほうい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρατώ κάτι και με τα δύο χέρια
抱っこひも だっこひも

ουσιαστικό

  1. 01 μάρσιπος αγκαλιάς (εμπρόσθιος), φορέας μεταφοράς μωρού (εμπρόσθιος)
抱き合わせ増資 だきあわせぞうし

ουσιαστικό

  1. 01 έκδοση δωρεάν μετοχών, έκδοση μετοχών με δικαίωμα προτίμησης, πώληση νέων μετοχών κάτω από την ονομαστική τους αξία
抱合語 ほうごうご

ουσιαστικό

  1. 01 ενσωματωτική γλώσσα, πολυσυνθετική γλώσσα