23 αποτελέσματα για «抵»

抵当保険 ていとうほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλεια ενυπόθηκου δανείου
抵抗性 ていこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστατικότητα, αντίσταση, ειδική αντίσταση
  1. 01 αντιστέκομαι
  2. 02 φτάνω
  3. 03 αγγίζω