137 αποτελέσματα για «押»
押し流す おしながす
ρήμα
- 01 παρασύρω, ξεπλένω, παρασύρω (με τη δύναμη του νερού)
押しとどめる おしとどめる
ρήμα
- 01 συγκρατώ, σταματώ, εμποδίζω
押し おし
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 σπρώξιμο, ώθηση
- 02 βάρος, πίεση
- 03 κύρος, επιβλητικότητα, τόλμη, θράσος, επιμονή
- 04 εξαναγκάζω σε..., κάνω κάτι με δύναμη...
- 05 σπρώξιμο, ώθηση, προέκταση των πετρών σου προς τα εμπρός σπρώχνοντας ενάντια στις πέτρες του αντιπάλου
押し通す おしとおす
ρήμα
- 01 επιμένω, ολοκληρώνω, επιβάλλω τη θέλησή μου, προωθώ, φέρω εις πέρας
押し戻す おしもどす
ρήμα
- 01 σπρώχνω πίσω, απωθώ
押し広げる おしひろげる
ρήμα
- 01 εκτείνω, επεκτείνω, απλώνω
押し開く おしひらく
ρήμα
- 01 σπρώχνω για να ανοίξω
押し込める おしこめる
ρήμα
- 01 κλείνω μέσα, φυλακίζω
押し開ける おしあける
ρήμα
- 01 ανοίγω με δύναμη, σπρώχνω για να ανοίξω
押収 おうしゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάσχεση, δήμευση
押し隠す おしかくす
ρήμα
- 01 κρατώ κάτι επτασφράγιστο μυστικό, αποκρύπτω (την αλήθεια, τον πόνο κάποιου κ.λπ.), διατηρώ κρυμμένο
押し問答 おしもんどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αμοιβαία αντεπιχειρήματα, λογομαχία, λεκτική διελκυστίνδα
押入れ おしいれ
ουσιαστικό
- 01 εντοιχισμένη ντουλάπα (συνήθως με συρόμενες πόρτες), εντοιχισμένη γκαρνταρόμπα
押し負ける おしまける
ρήμα
- 01 υποχωρώ σε σπρώξιμο, χάνω σε διαγωνισμό σπρωξίματος
押し進める おしすすめる
ρήμα
- 01 προχωρώ δυναμικά, προελαύνω, συνεχίζω την προσπάθεια
押し売り おしうり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιθετική πώληση, φορτική πώληση, πωλητής που ασκεί πίεση
- 02 επιβολή κάτι σε κάποιον (π.χ. καλοσύνης)
押し合う おしあう
ρήμα
- 01 σπρώχνομαι, συνωστίζομαι, παζαρεύω
押し包む おしつつむ
ρήμα
- 01 τυλίγω, καλύπτω, σκεπάζω
押しの強い おしのつよい
άλλο, επίθετο
- 01 επιθετικός, πιεστικός, προκλητικός
押し通る おしとおる
ρήμα
- 01 διέρχομαι με τη βία, διαπερνώ με δύναμη