37 αποτελέσματα για «抽»
抽象美術 ちゅうしょうびじゅつ
ουσιαστικό
- 01 αφηρημένη τέχνη
抽籤券 ちゅうせんけん
ουσιαστικό
- 01 λαχνός
抽出モード ちゅうしゅつモード
ουσιαστικό
- 01 λειτουργία εξαγωγής
抽出規準 ちゅうしゅつきじゅん
ουσιαστικό
- 01 κριτήρια επιλογής
抽出条件 ちゅうしゅつじょうけん
ουσιαστικό
- 01 συνθήκη εξαγωγής
抽象アソシエーション ちゅうしょうアソシエーション
ουσιαστικό
- 01 αφηρημένη συσχέτιση
抽象データ型 ちゅうしょうデータがた
ουσιαστικό
- 01 αφηρημένος τύπος δεδομένων
抽象構文名 ちゅうしょうこうぶんめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα αφηρημένης σύνταξης
抽象的試験項目 ちゅうしょうてきしけんこうもく
ουσιαστικό
- 01 αφηρημένη δοκιμασία
抽象的試験方法論 ちゅうしょうてきしけんほうほうろん
ουσιαστικό
- 01 αφηρημένη μεθοδολογία δοκιμών
抽水植物 ちゅうすいしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 αναδυόμενο φυτό
抽筒子 ちゅうとうし
ουσιαστικό
- 01 εξολκέας (τουφεκιού)
抽筒子痕 ちゅうとうしこん
ουσιαστικό
- 01 σημάδι εξολκέα (σε κάλυκα)
抽選販売 ちゅうせんはんばい
ουσιαστικό
- 01 πώληση μέσω κλήρωσης (κυρίως λόγω υπερβολικής ζήτησης)
抽選器 ちゅうせんき
ουσιαστικό
- 01 τροχός κλήρωσης
抽苔 ちゅうだい
ουσιαστικό
- 01 πρόωρη ανθοφορία
抽
- 01 τραβάω
- 02 τραβάω
- 03 εξάγω
- 04 διαπρέπω