51 αποτελέσματα για «担»

担保物件 たんぽぶっけん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπράγματη ασφάλεια, εξασφάλιση
担保物権 たんぽぶっけん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπράγματο δικαίωμα εξασφάλισης
担ぎ屋 かつぎや

ουσιαστικό

  1. 01 δεισιδαίμονας
  2. 02 φαρσέρ, πειρακτήρι
  3. 03 πλανόδιος πωλητής, μικροπωλητής, μαυραγορίτης (μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
担保責任 たんぽせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 εγγύηση
担税 たんぜい

άλλο

  1. 01 φοροδοτικός
担保権 たんぽけん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπράγματη ασφάλεια, δικαίωμα εξασφάλισης, υποθήκη
担い桶 にないおけ

ουσιαστικό

  1. 01 κουβάς που μεταφέρεται από τις δύο άκρες ενός ξύλου στήριξης
担体 たんたい

ουσιαστικό

  1. 01 φορέας φορτίου
  2. 02 φορέας
  3. 03 φορέας (πρωτεΐνη μεταφοράς μεμβράνης), μεταφορέας
担い にない

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά στον ώμο, βάσταγμα, ανάληψη ευθύνης
  2. 02 κουβάς που μεταφέρεται από την άκρη ενός δοκαριού (φορείο)
担ぎ回る かつぎまわる

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω κάτι τριγύρω
担子菌類 たんしきんるい

ουσιαστικό

  1. 01 βασιδιομύκητες
担子菌 たんしきん

ουσιαστικό

  1. 01 βασιδιομύκητας
担子器 たんしき

ουσιαστικό

  1. 01 βασίδιο
担保資産 たんぽしさん

ουσιαστικό

  1. 01 ενέχυρο, περιουσιακά στοιχεία που δίνονται ως εγγύηση
担保付責務 たんぽつきせきむ

ουσιαστικό

  1. 01 εξασφαλισμένες υποχρεώσεις
担鰭骨 たんきこつ

ουσιαστικό

  1. 01 οστά που στηρίζουν τα πτερύγια ενός ψαριού
担癌マウス たんがんマウス

ουσιαστικό

  1. 01 ποντίκι που φέρει όγκο
担癌 たんがん

άλλο

  1. 01 φέρων όγκο, που φέρει καρκίνο
担持 たんじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποστήριξη (π.χ. ενός στοιχείου που δρα ως καταλύτης)
担子菌門 たんしきんもん

ουσιαστικό

  1. 01 Βασιδιομύκητες (συνομοταξία που περιλαμβάνει μανιτάρια, λυκοπερδικά, κ.ά.)