33 αποτελέσματα για «招»
招待日 しょうたいび
ουσιαστικό
- 01 ημέρα ή ημερομηνία μιας πρόσκλησης
招魂社 しょうこんしゃ
ουσιαστικό
- 01 ιερό αφιερωμένο στα πνεύματα των νεκρών του πολέμου
招待にあずかる しょうたいにあずかる
άλλο, ρήμα
- 01 δέχομαι πρόσκληση
招致委員会 しょうちいいんかい
ουσιαστικό
- 01 επιτροπή διεκδίκησης διοργάνωσης
招魂祭 しょうこんさい
ουσιαστικό
- 01 μνημόσυνο (ειδικά για τους πεσόντες στον πόλεμο)
招待講演 しょうたいこうえん
ουσιαστικό
- 01 τιμητική διάλεξη
招待講演者 しょうたいこうえんしゃ
ουσιαστικό
- 01 προσκεκλημένος ομιλητής, καλεσμένος ομιλητής σε
招請国 しょうせいこく
ουσιαστικό
- 01 προσκαλούσα χώρα
- 02 φιλοξενούσα χώρα
招へい理由書 しょうへいりゆうしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο πρόσκλησης (π.χ. έγγραφο υποστήριξης για τη χορήγηση βίζας εισόδου στην Ιαπωνία)
招木 まねき
ουσιαστικό
- 01 εξάρτημα αργαλειού
招待演説者 しょうたいえんぜつしゃ
ουσιαστικό
- 01 προσκεκλημένος ομιλητής
招婿婚 しょうせいこん
ουσιαστικό
- 01 γάμος στον οποίο ο άνδρας υιοθετείται από την οικογένεια της νύφης, μητροτοπικός γάμος
招
- 01 κάνω νεύμα
- 02 προσκαλώ
- 03 καλώ
- 04 απασχολώ