50 αποτελέσματα για «拝»

拝観料 はいかんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο εισόδου (για ναούς ή ιερά)
拝金主義 はいきんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοχρηματία, λατρεία του χρήματος
拝顔の栄 はいがんのえい

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή της θέασης ενός προσώπου
拝賀 はいが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγχαρητήρια
拝謝 はいしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκφραση ευγνωμοσύνης
拝金主義者 はいきんしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λάτρης του χρήματος, άνθρωπος που θεοποιεί το χρήμα
拝承 はいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακρόαση, κατανόηση, πληροφόρηση, ενημέρωση
拝所 うがんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος λατρείας (στην Οκινάουα)
拝復 はいふく

επιφώνημα, ουσιαστικό

  1. 01 αξιότιμη κυρία, αξιότιμε κύριε, σε απάντηση της επιστολής σας
拝火教 はいかきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πυρολατρεία
  2. 02 ζωροαστρισμός, παρσισμός
拝眉 はいび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαίρομαι που σε βλέπω
拝金 はいきん

ουσιαστικό

  1. 01 λατρεία του χρήματος, μαμωνισμός
拝辞 はいじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραιτούμαι, αποχωρώ
  2. 02 αρνούμαι, αποποιούμαι
拝物教 はいぶつきょう

ουσιαστικό

  1. 01 φετιχισμός
拝観者 はいかんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επισκέπτης
拝趨 はいすう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επισκέπτομαι κάποιον, αποδίδω επίσημη επίσκεψη
拝呈 はいてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβολή, παρουσίαση
  2. 02 αγαπητέ (τάδε), αγαπητέ κύριε, αγαπητή κυρία, προς κάθε ενδιαφερόμενο
拝具 はいぐ

επιφώνημα, ουσιαστικό

  1. 01 με εκτίμηση
拝答 はいとう

ουσιαστικό

  1. 01 απαντώ, αποκρίνομαι
拝外的 はいがいてき

επίθετο

  1. 01 ξενοφιλικός, φιλικά προσκείμενος προς τους ξένους