68 αποτελέσματα για «拡»
拡張モード かくちょうモード
ουσιαστικό
- 01 λειτουργία επέκτασης
拡張新字体 かくちょうしんじたい
ουσιαστικό
- 01 εκτεταμένο κακουτσό σιντζιτάι, ανεπίσημες απλοποιημένες μορφές κάντζι που δεν περιλαμβάνονται στη λίστα τζόγιο
拡販 かくはん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επέκταση πωλήσεων, αύξηση πωλήσεων
拡張スロット かくちょうスロット
ουσιαστικό
- 01 υποδοχή επέκτασης, θύρα κάρτας επέκτασης
拡大率 かくだいりつ
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής μεγέθυνσης, μεγεθυντική ισχύς
拡張期 かくちょうき
ουσιαστικό
- 01 διαστολή
- 02 φάση διαστολής
拡大家族 かくだいかぞく
ουσιαστικό
- 01 διευρυμένη οικογένεια
拡張可能 かくちょうかのう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 επεκτάσιμος
拡張部分 かくちょうぶぶん
ουσιαστικό
- 01 επέκταση
拡げた腕 ひろげたうで
άλλο, ουσιαστικό
- 01 απλωμένα χέρια
拡散反射 かくさんはんしゃ
ουσιαστικό
- 01 διάχυτη ανάκλαση
拡張ボード かくちょうボード
ουσιαστικό
- 01 κάρτα επέκτασης
拡張化 かくちょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεγέθυνση, επέκταση
拡張倍精度 かくちょうばいせいど
ουσιαστικό
- 01 εκτεταμένη διπλή ακρίβεια
拡大均衡 かくだいきんこう
ουσιαστικό
- 01 διευρυμένη ή διευρυνόμενη ισορροπία
拡散ポンプ かくさんポンプ
ουσιαστικό
- 01 αντλία διάχυσης
拡大連座制 かくだいれんざせい
ουσιαστικό
- 01 διευρυμένο σύστημα συλλογικής ευθύνης στο ιαπωνικό εκλογικό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο ένας εκλεγμένος αξιωματούχος μπορεί να χάσει το αξίωμά του εάν κάποιος από την προεκλογική του ομάδα διαπράξει έγκλημα
拡大販売 かくだいはんばい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επέκταση πωλήσεων, αύξηση των πωλήσεων
拡がり角 ひろがりかく
ουσιαστικό
- 01 γωνία διάχυσης
拡散スペクトル かくさんスペクトル
ουσιαστικό
- 01 φάσμα διασποράς