34 αποτελέσματα για «挙»

挙措進退 きょそしんたい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριφορά, στάση, ύφος
挙示 きょじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρουσίαση (αιτιολογίας, εξήγησης, παραδείγματος κ.λπ.), επίδειξη, παροχή
挙って こぞって

επίρρημα

  1. 01 όλοι, συνολικά, ομόφωνα
挙げた あげた

άλλο

  1. 01 ανέφερα, έθιξα (π.χ. θέμα)
挙げて あげて

επίρρημα

  1. 01 όλος, ολόκληρος, στο σύνολό του
挙証 きょしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων
挙措言動 きょそげんどう

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος και συμπεριφορά, λόγια και πράξεις
挙尾虫 しりあげむし

ουσιαστικό

  1. 01 σιριαγκεμούσι (ειδικότερα η ιαπωνική σκορπιομύγα, Panorpa japonica), σκορπιομύγα
挙証責任 きょしょうせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος απόδειξης
挙措を失う きょそをうしなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω την ψυχραιμία μου, βγαίνω από τα ρούχα μου
挙例 きょれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροχή παραδείγματος, επεξήγηση
挙上 きょじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανύψωση, άρση, σήκωμα
挙績 きょせき

ουσιαστικό

  1. 01 πωλήσεις (στις ασφάλειες), σύναψη συμβολαίων, επίτευξη παραγωγής
  1. 01 σηκώνω
  2. 02 σχέδιο
  3. 03 έργο
  4. 04 συμπεριφορά
  5. 05 ενέργειες