31 αποτελέσματα για «挿»

挿入モード そうにゅうモード

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση εισαγωγής
挿入図 そうにゅうず

ουσιαστικό

  1. 01 ένθετο σχήμα
挿入文 そうにゅうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 παρενθετική πρόταση
挿錠 さしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σύρτης
挿入点 そうにゅうてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο εισαγωγής
挿入スイッチ そうにゅうスイッチ

ουσιαστικό

  1. 01 διακόπτης εισαγωγής
挿秧 そうおう

ουσιαστικό

  1. 01 φύτευση ρυζιού
挿弾子 そうだんし

ουσιαστικό

  1. 01 γεμιστήρας
挿送 そうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διείσδυση
  2. 02 εισαγωγή
挿入辞 そうにゅうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ένθετο
  1. 01 εισάγω
  2. 02 βάζω μέσα
  3. 03 εμβολιάζω
  4. 04 φορώ (σπαθί)