23 αποτελέσματα για «捜»

捜査三課 そうささんか

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτο τμήμα διερεύνησης (της ιαπωνικής αστυνομίας), τμήμα υπεύθυνο για τη διερεύνηση κλοπών, διαρρήξεων, κλοπών σε καταστήματα κ.λπ.
捜査四課 そうさよんか

ουσιαστικό

  1. 01 τέταρτο τμήμα ερευνών (της ιαπωνικής αστυνομίας), τμήμα υπεύθυνο για τη διερεύνηση του οργανωμένου εγκλήματος και της γιακούζα
  1. 01 ψάχνω, ερευνώ
  2. 02 ψάχνω, αναζητώ
  3. 03 εντοπίζω, βρίσκω