32 αποτελέσματα για «授»

授かり婚 さずかりこん

ουσιαστικό

  1. 01 γάμος λόγω ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, βιαστικός γάμος
授乳室 じゅにゅうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος θηλασμού, δωμάτιο θηλασμού
授章 じゅしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απονέμω παράσημο, απονέμω τιμητική διάκριση
授産施設 じゅさんしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο επαγγελματικής ενίσχυσης, εγκατάσταση επαγγελματικής κατάρτισης, προστατευόμενο εργαστήρι
授権 じゅけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξουσιοδότηση
授産所 じゅさんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο εργασίας ή επαγγελματικής αποκατάστασης
授乳クッション じゅにゅうクッション

ουσιαστικό

  1. 01 μαξιλάρι θηλασμού
授記 じゅき

ουσιαστικό

  1. 01 βιακαράνα, διαβεβαίωση για μελλοντική φώτιση
授受特性 じゅじゅとくせい

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστικά δούναι και λαβείν (σχέση δόσης και λήψης)
授権資本 じゅけんしほん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκεκριμένο κεφάλαιο
授業参観日 じゅぎょうさんかんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα παρακολούθησης μαθημάτων από τους γονείς, ημέρα ανοιχτών θυρών στο σχολείο
  1. 01 μεταδίδω
  2. 02 διδάσκω
  3. 03 παραχωρώ
  4. 04 απονέμω