27 αποτελέσματα για «掘»

掘足綱 くっそくこう

ουσιαστικό

  1. 01 σκαφόποδα (ομοταξία μαλακίων που περιλαμβάνει τα οδοντοειδή όστρακα)
掘採 くっさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόρυξη
掘鼠 ホリネズミ

ουσιαστικό

  1. 01 γεωμύς
掘立柱 ほったてばしら

ουσιαστικό

  1. 01 κολόνα θαμμένη στο έδαφος
掘削船 くっさくせん

ουσιαστικό

  1. 01 πλοίο γεώτρησης
掘立柱建物 ほったてばしらたてもの

ουσιαστικό

  1. 01 χότατε-μπασίρα τατεμόνο (οικοδομική μέθοδος με πασσάλους σκαμμένους στο έδαφος)
  2. 02 κατασκευή που στηρίζεται σε πασσάλους βυθισμένους στο έδαφος
  3. 03 εδαφόπηκτος
  1. 01 σκάβω
  2. 02 σκαλίζω
  3. 03 ανασκάπτω