143 αποτελέσματα για «接»
接舷 せつげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσέγγιση πλευράς πλοίου σε άλλη κατασκευή (πλοίο, αποβάθρα, κ.λπ.)
接続詞 せつぞくし N1
ουσιαστικό
- 01 σύνδεσμος
接ぐ つぐ N3
ρήμα
- 01 ενώνω, συνδέω, ανατάσσω (οστά)
- 02 εμβολιάζω (σε δέντρο)
接触事故 せっしょくじこ
ουσιαστικό
- 01 ελαφρά σύγκρουση, επαφή μεταξύ οχημάτων, μικροατύχημα
接ぎ木 つぎき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμβολιασμός
接客態度 せっきゃくたいど
ουσιαστικό
- 01 τρόπος εξυπηρέτησης πελατών, στάση απέναντι στους πελάτες
接続水域 せつぞくすいいき
ουσιαστικό
- 01 συνορεύουσα ζώνη
接ぎ穂 つぎほ
ουσιαστικό
- 01 εμβόλιο, μπολιάσμα (κηπουρική)
- 02 ευκαιρία για τη συνέχιση μιας συζήτησης
接触者 せっしょくしゃ
ουσιαστικό
- 01 στενή επαφή (πρόσωπο), επαφή υψηλού κινδύνου
接続先 せつぞくさき
ουσιαστικό
- 01 σημείο πρόσβασης
接触感染 せっしょくかんせん
ουσιαστικό
- 01 μετάδοση μέσω επαφής
接し方 せっしかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος συμπεριφοράς προς κάποιον, στάση
接待費 せったいひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα φιλοξενίας
接写 せっしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοντινή φωτογράφιση
接続中 せつぞくちゅう
ουσιαστικό
- 01 σε διαδικασία σύνδεσης
接頭語 せっとうご
ουσιαστικό
- 01 πρόθημα
接遇 せつぐう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποδοχή
- 02 καλωσόρισμα
接眼レンズ せつがんレンズ
ουσιαστικό
- 01 προσοφθάλμιος φακός
接尾語 せつびご
ουσιαστικό
- 01 κατάληξη
接待ゴルフ せったいゴルフ
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμός επιχειρηματικών συναντήσεων και γκολφ