85 αποτελέσματα για «推»

推理力 すいりりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα συναγωγής συμπερασμάτων, συλλογιστική ικανότητα, δεξιότητα συλλογισμού
推敲 すいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμέλεια (ενός κειμένου), βελτίωση, αναθεώρηση, τελειοποίηση
推進剤 すいしんざい

ουσιαστικό

  1. 01 προωστικό καύσιμο
推計 すいけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτίμηση, υπολογισμός
推薦枠 すいせんわく

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορία εισαγωγής για προτεινόμενους υποψηφίους (στο πανεπιστήμιο)
推測の域を出ない すいそくのいきをでない

άλλο

  1. 01 υπόθεση που δεν ξεπερνά τα όρια της εικασίας, απλή εικασία, σκέτες υποθέσεις
推薦入学 すいせんにゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή μέσω σύστασης, εγγραφή κατόπιν πρότασης
推理作家 すいりさっか

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, συγγραφέας μυστηρίου
推進器 すいしんき

ουσιαστικό

  1. 01 έλικας, προπέλα
推断 すいだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπερασμός, συναγωγή λογικού συμπεράσματος
推薦者 すいせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προτείνων, υποψήφιος ανάδοχος, συστάτης
推定年齢 すいていねんれい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτιμώμενη (πιθανή) ηλικία (π.χ. θύματος)
推薦入試 すいせんにゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγικές εξετάσεις επιλογής υποψηφίων (που έχουν λάβει σύσταση για το πανεπιστήμιο)
推進部 すいしんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα προώθησης, τμήμα ανάπτυξης, τμήμα ενίσχυσης
推戴 すいたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκλογή ή ανακήρυξη κάποιου ως επικεφαλής
推算 すいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτίμηση, κατά προσέγγιση υπολογισμός
推進機 すいしんき

ουσιαστικό

  1. 01 προπέλα
推薦書 すいせんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 συστατική επιστολή, υποψηφιότητα
推定無罪 すいていむざい

ουσιαστικό

  1. 01 τεκμήριο αθωότητας
推定値 すいていち

ουσιαστικό

  1. 01 εκτιμώμενη τιμή