27 αποτελέσματα για «描»

描画色モデル びょうがいろモデル

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο χρωμάτων απόδοσης
描画像 びょうがぞう

ουσιαστικό

  1. 01 εικόνα
描出話法 びょうしゅつわほう

ουσιαστικό

  1. 01 παρουσιασμένος λόγος
描き込み かきこみ

ουσιαστικό

  1. 01 προσθήκη λεπτομέρειας (σε ένα σχέδιο)
描き込む かきこむ

ρήμα

  1. 01 σχεδιάζω με λεπτομέρεια, προσθέτω λεπτομέρειες (σε ένα σχέδιο)
描き足す えがきたす

ρήμα

  1. 01 προσθέτω σε ένα σχέδιο
  1. 01 σκιαγραφώ
  2. 02 συνθέτω
  3. 03 γράφω
  4. 04 σχεδιάζω
  5. 05 ζωγραφίζω