35 αποτελέσματα για «換»

換わり かわり

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγή ανταλλαγής
換言すれば かんげんすれば

άλλο

  1. 01 με άλλα λόγια, δηλαδή, για να το πω αλλιώς
換羽期 かんうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος πτερόρροιας
換位 かんい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμετάθεση (λογική: η εναλλαγή υποκειμένου και κατηγορήματος για τον σχηματισμό μιας νέας πρότασης)
換質 かんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμετάθεση
換質換位 かんしつかんい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμετάθεση
換歯 かんし

ουσιαστικό

  1. 01 αντικατάσταση των απωλεσθέντων δοντιών
換地計画 かんちけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο αναδασμού γης, σχέδιο αναδιανομής οικοπέδων
換地処分 かんちしょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κατανομή αναδασωμένης γης, κρατική απαλλοτρίωση γης μέσω υποκατάστασης ή αποζημίωσης
換気低下 かんきていか

ουσιαστικό

  1. 01 υποαερισμός, αναπνευστική καταστολή
換喩語 かんゆご

ουσιαστικό

  1. 01 μετωνυμία
換算係数 かんさんけいすう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής μετατροπής, συντελεστής κλίμακας
換金作物 かんきんさくもつ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορεύσιμο γεωργικό προϊόν
換気量 かんきりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αναπνευστικός όγκος, παλιρροϊκός όγκος
  2. 02 όγκος αερισμού, αεριζόμενος όγκος
  1. 01 ανταλλάσσω, αλλάζω
  2. 02 περίοδος
  3. 03 αλλάζω
  4. 04 μετατρέπω
  5. 05 αντικαθιστώ
  6. 06 ανανεώνω