32 αποτελέσματα για «携»

携番 けいばん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός κινητού τηλεφώνου
携帯型ゲーム機 けいたいがたゲームき

ουσιαστικό

  1. 01 φορητή κονσόλα παιχνιδιών
携挙 けいきょ

ουσιαστικό

  1. 01 αρπαγή
携帯型ゲーム けいたいがたゲーム

ουσιαστικό

  1. 01 φορητή κονσόλα παιχνιδιών
  2. 02 λογισμικό παιχνιδιού για φορητή κονσόλα
携琴 けいきん

ουσιαστικό

  1. 01 σιχού (κινεζικό έγχορδο μουσικό όργανο με τέσσερις χορδές που παίζεται με δοξάρι)
携帯電郵 けいたいでんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 email που αποστέλλεται από κινητό τηλέφωνο
携帯電話ゲーム けいたいでんわゲーム

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι για κινητά τηλέφωνα
携帯電話不正利用防止法 けいたいでんわふせいりようぼうしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί ταυτοποίησης συνδρομητών από παρόχους υπηρεσιών κινητής φωνητικής επικοινωνίας και πρόληψης της αθέμιτης χρήσης υπηρεσιών κινητής φωνητικής επικοινωνίας, νόμος για την πρόληψη της αθέμιτης χρήσης κινητών τηλεφώνων
携帯糧秣 けいたいりょうまつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικές προμήθειες τροφίμων
携帯式防空ミサイルシステム けいたいしきぼうくうミサイルシステム

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό αντιαεροπορικό πυραυλικό σύστημα, MANPADS
携帯性 けいたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 φορητότητα
  1. 01 φορητός
  2. 02 κρατάω, μεταφέρω (στο χέρι)
  3. 03 οπλισμένος (με), εφοδιασμένος (με)
  4. 04 φέρνω μαζί