131 αποτελέσματα για «支»

支障をきたす ししょうをきたす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εμποδίζω, παρακωλύω, διαταράσσω, παρεμβαίνω σε, προκαλώ καθυστέρηση
支店長 してんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής υποκαταστήματος, προϊστάμενος υποκαταστήματος
支持者 しじしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτής, οπαδός, υπέρμαχος, αρωγός
支出 ししゅつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δαπάνη, έξοδο, πληρωμή
支配権 しはいけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα ελέγχου, κυριαρχία, αυτοκρατορική εξουσία
支社 ししゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστημα
支点 してん

ουσιαστικό

  1. 01 υπομόχλιο
支持率 しじりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό αποδοχής
支援者 しえんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτής, αρωγός
支流 しりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παραπόταμος, παρακλάδι
支配力 しはいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτική ισχύς
支配的 しはいてき

επίθετο

  1. 01 κυρίαρχος, ηγεμονικός
支度金 したくきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα για την κάλυψη του κόστους προετοιμασιών ή διευθετήσεων
支那人 しなじん

ουσιαστικό

  1. 01 Κινέζος
支局 しきょく

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστημα, παράρτημα
支配階級 しはいかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 άρχουσες τάξεις
支配体制 しはいたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διακυβέρνησης
支援金 しえんきん

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική ενίσχυση, χρηματοδότηση, ταμείο υποστήριξης, επιχορήγηση
支持層 しじそう

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτική βάση (π.χ. για ένα κόμμα σε εκλογές), υπόστρωμα, φέρουσα στρώση, υποστηρικτική στρώση
支配層 しはいそう

ουσιαστικό

  1. 01 άρχουσα τάξη