35 αποτελέσματα για «敬»
敬老会 けいろうかい
ουσιαστικό
- 01 συγκέντρωση προς τιμήν των ηλικιωμένων
敬畏 けいい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δέος, σεβασμός, φόβος (π.χ. απέναντι σε μια αρχή)
敬天愛人 けいてんあいじん
άλλο
- 01 σέβομαι τον ουρανό, αγαπώ τους ανθρώπους
敬虔主義 けいけんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 πιετισμός
敬体 けいたい
ουσιαστικό
- 01 αποστασιοποιημένο ύφος (χρήση ευγενικών καταλήξεων στα ιαπωνικά)
敬老パス けいろうパス
ουσιαστικό
- 01 εκπτωτική κάρτα για ηλικιωμένους
敬い うやまい
ουσιαστικό
- 01 ευλάβεια, σεβασμός, τιμή, υπόληψη
敬啓 けいけい
άλλο
- 01 τυπικός χαιρετισμός στο τέλος επίσημης επιστολής
敬呈 けいてい
άλλο
- 01 τυπικός χαιρετισμός σε επίσημη επιστολή
敬譲語 けいじょうご
ουσιαστικό
- 01 ταπεινωτικές και τιμητικές εκφράσεις, ευγενικός λόγος
- 02 τιμητικός όρος, όρος σεβασμού, ευγενική έκφραση, τιμητική γλώσσα
敬老金 けいろうきん
ουσιαστικό
- 01 χρηματικό δώρο από την τοπική αυτοδιοίκηση προς τους ηλικιωμένους (συχνά στα 77α και 88α γενέθλια)
敬老手帳 けいろうてちょう
ουσιαστικό
- 01 εκπτωτικό βιβλιάριο για ηλικιωμένους
敬愛大学 けいあいだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Κεϊάι
敬和学園大学 けいわがくえんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Κέιβα Γκακουέν Ντάιγκακου (Πανεπιστήμιο Κέιβα Γκακουέν)
敬
- 01 δέος, θαυμασμός
- 02 σεβασμός
- 03 τιμή
- 04 σέβομαι, τιμώ