60 αποτελέσματα για «斜»

斜陽族 しゃようぞく

ουσιαστικό

  1. 01 παρακμάζουσα ή φτωχοποιημένη αριστοκρατία
斜眼 しゃがん

ουσιαστικό

  1. 01 λοξή ματιά, στραβισμός
斜滑降 しゃかっこう

ουσιαστικό

  1. 01 διαγώνια κατάβαση
斜長石 しゃちょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 πλαγιόκλαστος άστριος
斜張橋 しゃちょうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 καλωδιωτή γέφυρα
斜坑 しゃこう

ουσιαστικό

  1. 01 κεκλιμένο φρεάτιο
斜長岩 しゃちょうがん

ουσιαστικό

  1. 01 ανορθοσίτης
斜方晶系 しゃほうしょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ορθορομβικό κρυσταλλικό σύστημα
斜方形 しゃほうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ρόμβος, διαμάντι (σχήμα)
斜頸 しゃけい

ουσιαστικό

  1. 01 ραιβόκρανο, δυσκαμψία αυχένα
斜め顔 ななめがお

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο σε τριγωνική όψη (σε σχέδιο)
斜影 しゃえい

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια σκιά
斜列 しゃれつ

ουσιαστικό

  1. 01 παραστίχι
斜角柱 しゃかくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγιο πρίσμα
斜投影 しゃとうえい

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια προβολή
斜め応力 ななめおうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια τάση
斜め入射 ななめにゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια πρόσπτωση
斜格性 しゃかくせい

ουσιαστικό

  1. 01 λοξότητα
斜格性の階層 しゃかくせいのかいそう

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχία πλαγιότητας
斜格性統御 しゃかくせいとうぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια κυριαρχία (όρος της συντακτικής θεωρίας)