36 αποτελέσματα για «施»

施物 せもつ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεημοσύνη
施浴 せよく

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρό σε ναό για τους φτωχούς, τους αρρώστους και τους φυλακισμένους
施行規則 しこうきそく

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστικοί κανονισμοί, κανονισμοί σχετικά με την εφαρμογή ενός νόμου
施し物 ほどこしもの

ουσιαστικό

  1. 01 ελεημοσύνη, φιλανθρωπία
施入 せにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσφορά ελεημοσύνης ή παροχή φιλανθρωπίας, ελεημοσύνη
施為 しい

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη, ενέργεια, συμπεριφορά
施釉 せゆう

ουσιαστικό

  1. 01 υάλωση (κεραμική)
施設庁 しせつちょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία εγκαταστάσεων (αμυντικών κ.λπ.)
施設栽培 しせつさいばい

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική καλλιέργεια, καλλιέργεια σε θερμοκήπιο
施設野菜 しせつやさい

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανικά που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο
施業林 せぎょうりん

ουσιαστικό

  1. 01 δασική έκταση υπό διαχείριση, καλλιεργούμενο δάσος
施行令 しこうれい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστικό διάταγμα
施術者 せじゅつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκών θεραπευτής, θεραπευτής
施条銃 しじょうじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τυφέκιο (πυροβόλο όπλο)
施設課 しせつか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα εγκαταστάσεων
  1. 01 δίνω
  2. 02 απονέμω, προσφέρω, δωρίζω
  3. 03 εκτελώ, διεξάγω
  4. 04 ελεημοσύνη