24 αποτελέσματα για «旋»

旋毛虫症 せんもうちゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τριχινίαση, τριχινέλλωση, λοίμωξη από τριχινέλλα
旋光度 せんこうど

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία οπτικής στροφής
旋回橋 せんかいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιστρεφόμενη γέφυρα
旋
  1. 01 περιστροφή
  2. 02 περιστρέφομαι