61 αποτελέσματα για «既»

既婚女性 きこんじょせい

ουσιαστικό

  1. 01 παντρεμένη γυναίκα
既製 きせい

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμος, τυποποιημένος
既出 きしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 προαναφερθείς, ήδη παρουσιασμένος, ήδη τεθείς (για ερώτηση εξετάσεων), προειπωμένος
既往歴 きおうれき

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρικό ιστορικό, ιατρικό ιστορικό, αναμνηστικό
既得 きとく

ουσιαστικό

  1. 01 κεκτημένος, ήδη αποκτημένος
既婚男性 きこんだんせい

ουσιαστικό

  1. 01 έγγαμος άνδρας
既成観念 きせいかんねん

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμες ιδέες, κατεστημένες αντιλήψεις
既往症 きおうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια που είχε κάποιος στο παρελθόν, προηγούμενη ασθένεια, ιατρικό ιστορικό, αναμνηστικό
既述 きじゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαναφερθείς, προπεριγραφείς, ανωτέρω αναφερθείς, προρρηθείς
既決 きけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποφασισμένος, καθορισμένος, διευθετημένος
  2. 02 καταδικασμένος
既望 きぼう

ουσιαστικό

  1. 01 η δέκατη έκτη νύχτα του σεληνιακού μήνα
既設 きせつ

ουσιαστικό

  1. 01 καθιερωμένος, υφιστάμενος
既報 きほう

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη αναφορά, προηγούμενη ανακοίνωση
既卒 きそつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος παλαιότερου έτους
既定値 きていち

ουσιαστικό

  1. 01 προεπιλεγμένη τιμή
既遂 きすい

ουσιαστικό

  1. 01 ήδη ολοκληρωμένος (για δράση), ήδη περαιωμένος
  2. 02 τελεσμένος (για έγκλημα· σε αντίθεση με το απόπειρα), διαπραχθείς, ολοκληρωμένος, επιτυχής
既決囚 きけつしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάδικος, έγκλειστος φυλακισμένος
既約 きやく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανάγωγος
既知数 きちすう

ουσιαστικό

  1. 01 γνωστό μέγεθος
既習 きしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήδη διδαγμένος