178 αποτελέσματα για «早»

早鐘を打つ はやがねをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 χτυπώ δυνατά (για την καρδιά), σφυροκοπώ
早計 そうけい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βιαστικός, επιπόλαιος, πρόωρος
早苗 さなえ

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι σε μορφή σπορόφυτου
早馬 はやうま

ουσιαστικό

  1. 01 άλογο ταχυδρομείου, έφιππος αγγελιαφόρος, καβαλάρης ταχυμεταφορέας
  2. 02 γρήγορο άλογο, ταχύδρομο άλογο
早業 はやわざ

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορη εκτέλεση εργασίας, επιδέξιο κατόρθωμα
早速ですが さっそくですが

άλλο

  1. 01 για να μπούμε κατευθείαν στο θέμα, ξέρω ότι είναι απότομο, αλλά, ας παραλείψουμε τις τυπικότητες, μπαίνοντας στην ουσία
早歩き はやあるき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορο περπάτημα, ημι-τρέξιμο
早い話が はやいはなしが

άλλο, επίρρημα

  1. 01 με λίγα λόγια, για να το κάνουμε σύντομο, με δυο λόγια, για να μην πολυλογούμε
早い者勝ち はやいものがち

άλλο

  1. 01 όποιος προλάβει τον κύριο είδε, ο πρώτος που έρχεται εξυπηρετείται πρώτος
早鐘 はやがね

ουσιαστικό

  1. 01 καμπάνα συναγερμού
早乙女 さおとめ

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρή γυναίκα που φυτεύει ρύζι, νεαρή κοπέλα
早晩 そうばん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή, τελικά
早熟 そうじゅく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πρώιμη ωρίμανση, πρόωρη ανάπτυξη
早過ぎる はやすぎる

άλλο

  1. 01 πρόωρος, άκαιρος (π.χ. θάνατος), νωρίς
早合点 はやがてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιαστικό συμπέρασμα, πρόωρη κρίση
早死に はやじに

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωρος θάνατος, αδόκητος θάνατος, θάνατος σε νεαρή ηλικία
早いこと はやいこと

άλλο, επίρρημα

  1. 01 γρήγορα
早変わり はやがわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορη αλλαγή (κοστουμιού)
  2. 02 γρήγορη μεταμόρφωση, απότομη αλλαγή μορφής
早送り はやおくり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορη προώθηση (π.χ. σε βίντεο, κασετόφωνο κ.λπ.)
早食い はやぐい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορη κατανάλωση φαγητού, ταχύφαγία