41 αποτελέσματα για «昇»

昇汞水 しょうこうすい

ουσιαστικό

  1. 01 διάλυμα υποχλωριούχου υδραργύρου
昇進人事 しょうしんじんじ

ουσιαστικό

  1. 01 προαγωγή, διορισμός σε ανώτερη θέση
昇格人事 しょうかくじんじ

ουσιαστικό

  1. 01 προαγωγή, διορισμός σε ανώτερη θέση
昇り藤 のぼりふじ

ουσιαστικό

  1. 01 λούπινο
昇圧機 しょうあつき

ουσιαστικό

  1. 01 ενισχυτής (π.χ. ηλεκτρικού ρεύματος)
昇華熱 しょうかねつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμότητα εξάχνωσης
昇流魚 しょうりゅうぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάδρομο ψάρι (ψάρι που μεταναστεύει αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού, π.χ. ο σολομός)
昇華型プリンタ しょうかがたプリンタ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτυπωτής εξάχνωσης χρωστικής
昇華型熱転写方式 しょうかがたねつてんしゃほうしき

ουσιαστικό

  1. 01 θερμική μεταφορά κεριού
昇順キー しょうじゅんキー

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδί αύξουσας ταξινόμησης
昇順整列 しょうじゅんせいれつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταξινομώ σε αύξουσα σειρά
昇交点黄経 しょうこうてんこうけい

ουσιαστικό

  1. 01 γεωκεντρικό μήκος του αναβιβαστού συνδέσμου
昇華転写 しょうかてんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύπωση με εξάχνωση, μεταφορά με εξάχνωση
昇交点 しょうこうてん

ουσιαστικό

  1. 01 ανερχόμενος σύνδεσμος
昇開橋 しょうかいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανυψούμενη γέφυρα
昇冪 しょうべき

ουσιαστικό

  1. 01 αύξουσες δυνάμεις
昇温 しょうおん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση θερμοκρασίας, άνοδος της θερμοκρασίας, θέρμανση
昇圧 しょうあつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση πίεσης (π.χ. αρτηριακή πίεση, ηλεκτρική τάση)
昇圧剤 しょうあつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αγγειοσυσπαστικό, αντιυποτασικό φάρμακο
昇圧薬 しょうあつやく

ουσιαστικό

  1. 01 αγγειοσυσπαστικό, αντιυποτασικό φάρμακο