26 αποτελέσματα για «昔»
昔蜻蛉 むかしとんぼ
ουσιαστικό
- 01 μουκασιτόμπο (είδος λιβελούλας-ζωντανού απολιθώματος ενδημικό της Ιαπωνίας)
昔蜥蜴 むかしとかげ
ουσιαστικό
- 01 τουατάρα (πρωτόγονο ερπετό που μοιάζει με σαύρα και είναι ενδημικό στη Νέα Ζηλανδία)
昔沙蚕 むかしごかい
ουσιαστικό
- 01 αρχιανελίδια του γένους Saccocirrus (κυρίως του Saccocirrus major)
昔人 むかしびと
ουσιαστικό
- 01 προηγούμενες γενιές, άνθρωποι του παρελθόντος, αρχαίοι
昔懐かしい むかしなつかしい
επίθετο
- 01 νοσταλγικός, που ανακαλεί ευχάριστες αναμνήσεις από τα παλιά
昔
- 01 μια φορά κι έναν καιρό
- 02 αρχαιότητα
- 03 παλιοί καιροί