61 αποτελέσματα για «映»
映り込み うつりこみ
ουσιαστικό
- 01 αντανακλάσεις φόντου (π.χ. σε ένα παράθυρο), ανακλώμενη αντανάκλαση
映画スター えいがスター
ουσιαστικό
- 01 αστέρας του κινηματογράφου, κινηματογραφικός αστέρας
映ずる えいずる
ρήμα
- 01 αντικατοπτρίζομαι, καθρεφτίζομαι
- 02 εντυπωσιάζω (κάποιον)
映画界 えいがかい
ουσιαστικό
- 01 κινηματογραφικός χώρος, κόσμος του κινηματογράφου
映写幕 えいしゃまく
ουσιαστικό
- 01 οθόνη προβολής
映像記憶 えいぞうきおく
ουσιαστικό
- 01 φωτογραφική μνήμη, οπτική μνήμη
映写室 えいしゃしつ
ουσιαστικό
- 01 θάλαμος προβολής, καμπίνα προβολής
映画ファン えいがファン
ουσιαστικό
- 01 σινεφίλ, κινηματογραφόφιλος, λάτρης του κινηματογράφου, φανατικός του κινηματογράφου
映画音楽 えいがおんがく
ουσιαστικό
- 01 μουσική κινηματογραφικής ταινίας
映像作家 えいぞうさっか
ουσιαστικό
- 01 κινηματογραφιστής
映画鑑賞会 えいがかんしょうかい
ουσιαστικό
- 01 εκδήλωση προβολής ταινίας, κινηματογραφική προβολή, βραδιά ταινίας
映像媒体 えいぞうばいたい
ουσιαστικό
- 01 βιντεοσκόπηση, οπτικοακουστικό μέσο
映画賞 えいがしょう
ουσιαστικό
- 01 κινηματογραφικό βραβείο
映画評論家 えいがひょうろんか
ουσιαστικό
- 01 κριτικός κινηματογράφου
映画人 えいがじん
ουσιαστικό
- 01 κινηματογραφιστής, άνθρωπος του κινηματογράφου
映像信号 えいぞうしんごう
ουσιαστικό
- 01 σήμα βίντεο
映射 えいしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντανακλαστικός, που ακτινοβολεί
映画学校 えいががっこう
ουσιαστικό
- 01 σχολή κινηματογράφου
映画会 えいがかい
ουσιαστικό
- 01 κινηματογραφική λέσχη, σύλλογος φίλων κινηματογράφου
映画評 えいがひょう
ουσιαστικό
- 01 κριτική ταινίας