28 αποτελέσματα για «昨»
昨季 さくき
ουσιαστικό
- 01 περσινή σεζόν (π.χ. στον αθλητισμό), αντίστοιχη περίοδος πέρυσι
昨暁 さくぎょう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 νωρίς το πρωί της χθεσινής ημέρας
昨週 さくしゅう
ουσιαστικό
- 01 προηγούμενη εβδομάδα
昨非今是 さくひこんぜ
ουσιαστικό
- 01 πλήρης ανατροπή των αξιών ή των τρόπων σκέψης
昨紙 さくし
ουσιαστικό
- 01 χθεσινή εφημερίδα, χθεσινό φύλλο
昨期 さくき
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 προηγούμενη περίοδος, περασμένη περίοδος
昨シーズン さくシーズン
ουσιαστικό
- 01 προηγούμενη σεζόν
昨
- 01 χθες
- 02 προηγούμενος