88 αποτελέσματα για «普»
普仏戦争 ふふつせんそう
ουσιαστικό
- 01 Γαλλοπρωσικός Πόλεμος
普通電車 ふつうでんしゃ
ουσιαστικό
- 01 τακτικό δρομολόγιο, τοπικό τρένο, τρένο που σταματά σε κάθε σταθμό
普通教育 ふつうきょういく
ουσιαστικό
- 01 γενική εκπαίδευση
普通盛り ふつうもり
ουσιαστικό
- 01 κανονική μερίδα, συνηθισμένη ποσότητα
普通名詞 ふつうめいし
ουσιαστικό
- 01 κοινό ουσιαστικό
普遍妥当性 ふへんだとうせい
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα προσαρμογής σε κάθε περίσταση
普賢菩薩 ふげんぼさつ
ουσιαστικό
- 01 Φούγκεν Μποσάτσου (Μποντισάτβα), Φούγκεν, Πούξιαν
普及版 ふきゅうばん
ουσιαστικό
- 01 οικονομική έκδοση (βιβλίου, κ.λπ.), λαϊκή έκδοση
普通学校 ふつうがっこう
ουσιαστικό
- 01 τυπικό σχολείο, σχολείο που ακολουθεί το κανονικό αναλυτικό πρόγραμμα
普及品 ふきゅうひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν μαζικής κατανάλωσης (δηλαδή μη πολυτελείας)
普通自動車 ふつうじどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 τυπικό επιβατικό αυτοκίνητο, αυτοκίνητο κανονικού μεγέθους, συμβατικό όχημα
普選 ふせん
ουσιαστικό
- 01 καθολική ψηφοφορία
普遍妥当 ふへんだとう
ουσιαστικό
- 01 καθολική ισχύς, εφαρμογή σε κάθε περίσταση
普門品 ふもんぼん
ουσιαστικό
- 01 Σούτρα του Αβαλοκιτεσβάρα, Σούτρα του Κάννον
普通種 ふつうしゅ
ουσιαστικό
- 01 κοινό είδος
- 02 κοσμοπολίτικος, παγκόσμιος
普通郵便 ふつうゆうびん
ουσιαστικό
- 01 απλό ταχυδρομείο
普墺戦争 ふおうせんそう
ουσιαστικό
- 01 Αυστροπρωσικός Πόλεμος (1866)
普化宗 ふけしゅう
ουσιαστικό
- 01 φουκεσού (καταργημένος κλάδος του βουδισμού Ζεν)
普通話 ふつうわ
ουσιαστικό
- 01 κοινή κινεζική γλώσσα, σύγχρονη τυπική μανδαρινική, πουτόνγκχουα
普通品 ふつうひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν μέτριας ποιότητας