48 αποτελέσματα για «景»
景勝の地 けいしょうのち
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τόπος με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, γραφική τοποθεσία, σημείο φυσικής ομορφιάς
景教 けいきょう
ουσιαστικό
- 01 νεστοριανισμός
景気減速 けいきげんそく
ουσιαστικό
- 01 οικονομική επιβράδυνση
景気変動 けいきへんどう
ουσιαστικό
- 01 οικονομικές διακυμάνσεις, επιχειρηματικός κύκλος
景趣 けいしゅ
ουσιαστικό
- 01 κομψότητα, γούστο, φινέτσα
景気悪化 けいきあっか
ουσιαστικό
- 01 οικονομική ύφεση, οικονομική κάμψη
景気低迷 けいきていめい
ουσιαστικό
- 01 οικονομική ύφεση, οικονομική στασιμότητα, υποτονική οικονομία, στάσιμη οικονομία, νωθρή οικονομία, αργή οικονομία, φθίνουσα οικονομία
景況感 けいきょうかん
ουσιαστικό
- 01 επιχειρηματικό κλίμα, εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων, κλίμα αγοράς
景教徒 けいきょうと
ουσιαστικό
- 01 Νεστοριανός
景気浮揚 けいきふよう
ουσιαστικό
- 01 αναθέρμανση της οικονομίας, τόνωση της οικονομίας μέσω της αύξησης της προσφοράς χρήματος ή της μείωσης των φόρων
景徳伝灯録 けいとくでんとうろく
ουσιαστικό
- 01 Τζινγκντέ Τσουαντένγκ Λου (Καταγραφή της Μετάδοσης της Λύχνου, βουδιστικό κείμενο που εκδόθηκε κατά την εποχή Τζινγκντέ, το 1004 μ.Χ.)
景気刺激策 けいきしげきさく
ουσιαστικό
- 01 μέτρα τόνωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης, μέτρο για την τόνωση της οικονομίας
景気指数 けいきしすう
ουσιαστικό
- 01 δείκτης οικονομικής δραστηριότητας, βαρόμετρο της αγοράς
景観権 けいかんけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα θέας, δικαίωμα απόλαυσης του τοπίου από τον κατοικήσιμο χώρο κάποιου
景気循環 けいきじゅんかん
ουσιαστικό
- 01 οικονομικός κύκλος
景気改善策 けいきかいぜんさく
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης
景気見通し けいきみとおし
ουσιαστικό
- 01 οικονομική πρόβλεψη, πρόβλεψη οικονομικής κατάστασης
景気縮小 けいきしゅくしょう
ουσιαστικό
- 01 οικονομική συρρίκνωση
景気停滞 けいきていたい
ουσιαστικό
- 01 οικονομική στασιμότητα
景気不安 けいきふあん
ουσιαστικό
- 01 οικονομική δυσπραγία