25 αποτελέσματα για «暑»

暑中伺い しょちゅううかがい

ουσιαστικό

  1. 01 κάρτα καλοκαιρινών χαιρετισμών, ερώτηση για την υγεία κάποιου κατά την περίοδο της ζέστης
暑さしのぎ あつさしのぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακούφιση από τη ζέστη
暑さあたり あつさあたり

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοπληξία, κατάπτωση από τη ζέστη
暑中り しょあたり

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοπληξία, ηλίαση
  1. 01 αποπνικτικός
  2. 02 ζεστός
  3. 03 καλοκαιρινή ζέστη