32 αποτελέσματα για «暮»

暮れ果てる くれはてる

ρήμα

  1. 01 σκοτεινιάζω τελείως
暮鐘 ぼしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βραδινός ήχος καμπάνας, χτύπημα καμπάνας στο σούρουπο
暮色蒼然 ぼしょくそうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λυκόφως, σκοτεινό φως που πέφτει καθώς έρχεται το σούρουπο
暮れ暮れ くれぐれ

ουσιαστικό

  1. 01 σούρουπο, δειλινό
暮雪 ぼせつ

ουσιαστικό

  1. 01 χιόνι στο σούρουπο
暮らしに響く くらしにひびく

άλλο, ρήμα

  1. 01 επηρεάζω το κόστος ζωής
暮利比亜 ボリビア

ουσιαστικό

  1. 01 Βολιβία
暮れ六つ くれむつ

ουσιαστικό

  1. 01 περίπου στις έξι το απόγευμα
暮の春 くれのはる

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τέλος της άνοιξης, όψιμη άνοιξη
暮雨 ぼう

ουσιαστικό

  1. 01 βροχή του δειλινού
暮天 ぼてん

ουσιαστικό

  1. 01 αποσπερινός ουρανός
  1. 01 βράδυ
  2. 02 λυκόφως, σούρουπο
  3. 03 τέλος εποχής
  4. 04 βιοπορισμός
  5. 05 βιοπορίζομαι
  6. 06 περνάω τον χρόνο μου