94 αποτελέσματα για «暴»
暴力団 ぼうりょくだん
ουσιαστικό
- 01 μποριοκουντάν, εγκληματική οργάνωση, συμμορία, γιακούζα
暴食 ぼうしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερφαγία, λαιμαργία
暴風雨 ぼうふうう
ουσιαστικό
- 01 καταιγίδα, θύελλα
暴れだす あばれだす
ρήμα
- 01 ξεσηκώνομαι, αρχίζω να συμπεριφέρομαι βίαια
暴落 ぼうらく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατακόρυφη πτώση, απότομη κάμψη, ραγδαία υποτίμηση
暴走族 ぼうそうぞく
ουσιαστικό
- 01 νεαροί παραβάτες που οδηγούν μοτοσυκλέτες, μποσοζόκου
暴れ狂う あばれくるう
ρήμα
- 01 μανιάζω, ξεσαλώνω, ορμάω με μανία
暴論 ぼうろん
ουσιαστικό
- 01 παράλογο επιχείρημα
暴れん坊 あばれんぼう
ουσιαστικό
- 01 άτακτο παιδί, ζωηρό παιδί
- 02 ταραχοποιός, αλήτης, νταής
暴力沙汰 ぼうりょくざた
ουσιαστικό
- 01 πράξη βίας, βίαιο επεισόδιο
暴挙に出る ぼうきょにでる
άλλο, ρήμα
- 01 καταφεύγω στη βία, προβαίνω σε μια ακραία ενέργεια
暴威 ぼうい
ουσιαστικό
- 01 τυραννία, κατάχρηση εξουσίας, βία (π.χ. μιας καταιγίδας)
暴れ馬 あばれうま
ουσιαστικό
- 01 ανήσυχο άλογο, αφηνιασμένο άλογο, ανεξέλεγκτο άλογο
暴力行為 ぼうりょくこうい
ουσιαστικό
- 01 βίαιη πράξη, βίαιη συμπεριφορά
暴き出す あばきだす
ρήμα
- 01 ξεθάβω και αποκαλύπτω (ένα μυστικό, ένα κρυμμένο έγκλημα κ.λπ.)
暴力に訴える ぼうりょくにうったえる
άλλο, ρήμα
- 01 καταφεύγω στη βία
暴利 ぼうり
ουσιαστικό
- 01 υπερβολικά κέρδη, αθέμιτο κέρδος
- 02 υπέρογκος τόκος, τοκογλυφία
暴飲暴食 ぼういんぼうしょく
ουσιαστικό
- 01 υπερβολική κατανάλωση φαγητού και ποτού, βουλιμία και μέθη
暴投 ぼうとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άστοχη βολή
- 02 άστοχη ρίψη, σφάλμα ρίψης
暴政 ぼうせい
ουσιαστικό
- 01 τυραννία