181 αποτελέσματα για «月»

月謝 げっしゃ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίο δίδακτρο
月輪 げつりん

ουσιαστικό

  1. 01 πανσέληνος, το φεγγάρι όταν είναι γεμάτο
月間 げっかん

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαία διάρκεια, μήνας
月足らず つきたらず

ουσιαστικό

  1. 01 πρόωρος τοκετός, πρόωρη γέννηση
月額 げつがく

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίο ποσό, μηνιαίο σύνολο
月収 げっしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίο εισόδημα
月桂樹 げっけいじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 δάφνη (Laurus nobilis), δαφνολιά, δάφνη του Απόλλωνα
月の出 つきので

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ανατολή της σελήνης, ανατολή του φεγγαριού
月世界 げっせかい

ουσιαστικό

  1. 01 σελήνη, σεληνιακός κόσμος
  2. 02 τσουντισέκαϊ, γλυκό σε σχήμα ανοιχτοκίτρινου παραλληλογράμμου (τοπική σπεσιαλιτέ της πόλης Τογιάμα)
月刊誌 げっかんし

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίο περιοδικό
月見草 つきみそう

ουσιαστικό

  1. 01 οινόθηρα η τετράπτερη (Oenothera tetraptera)
  2. 02 οινόθηρα η αυστηρή (Oenothera stricta), οινόθηρα η μεγανθής (Oenothera glazioviana)
月経 げっけい

ουσιαστικό

  1. 01 έμμηνος ρύση, περίοδος
月読 つくよみ

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι, σελήνη
  2. 02 Τσουκουγιόμι (θεός της Σελήνης)
月下に げっかに

επίρρημα

  1. 01 υπό το φως του φεγγαριού
月とスッポン つきとすっぽん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δύο πράγματα που μοιάζουν επιφανειακά αλλά είναι εντελώς διαφορετικά, η μέρα με τη νύχτα, το φεγγάρι με τη χελώνα
月桂冠 げっけいかん

ουσιαστικό

  1. 01 δάφνινο στεφάνι
月下美人 げっかびじん

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτολούλουδο (επιφύλλο το οξυπέταλο), νυχτολούλουδο, βασίλισσα της νύχτας
月明 げつめい

ουσιαστικό

  1. 01 σεληνόφως
月齢 げつれい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία της Σελήνης, αριθμός ημερών από τη νέα σελήνη
  2. 02 ηλικία σε μήνες (π.χ. ενός βρέφους)
月神 つきがみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεότητα της Σελήνης, σεληνιακός θεός