216 αποτελέσματα για «未»

未確認 みかくにん

ουσιαστικό

  1. 01 μη επιβεβαιωμένος, αταυτοποίητος
未開 みかい N1

ουσιαστικό

  1. 01 απολίτιστος, πρωτόγονος, άγριος
  2. 02 αδιαμόρφωτος (έδαφος), ανεξερεύνητος (περιοχή, πεδίο, κ.λπ.)
  3. 03 ακμάστος (άνθος)
未経験 みけいけん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άπειρος
未曾有 みぞう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοφανής, ανήκουστος, αξεπέραστος
未定 みてい N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μη καθορισμένος, αναποφάσιστος, σε εκκρεμότητα, προς καθορισμό
未だかつて いまだかつて

επίρρημα

  1. 01 ποτέ μέχρι τώρα, ουδέποτε στο παρελθόν
未成熟 みせいじゅく

ουσιαστικό

  1. 01 ανωριμότητα, νηπιακή ηλικία
未解決 みかいけつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ανεπίλυτος, άλυτος, σε εκκρεμότητα, εκκρεμής
ひつじ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβατο (το όγδοο ζώδιο του κινεζικού ζωδιακού κύκλου), κριός, αίγα
  2. 02 ώρα του προβάτου (περίπου 2 μ.μ., 1-3 μ.μ. ή 2-4 μ.μ.)
  3. 03 νότια-νοτιοδυτικά
  4. 04 έκτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
未使用 みしよう

ουσιαστικό

  1. 01 αχρησιμοποίητος
未発達 みはったつ

ουσιαστικό

  1. 01 μη ανεπτυγμένος, ατελής, υποανάπτυκτος
未来予知 みらいよち

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγνωση, προόραση
未知の領域 みちのりょういき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ανεξερεύνητη περιοχή, αχαρτογράφητα ύδατα, άγνωστο έδαφος
未然 みぜん

ουσιαστικό

  1. 01 πριν συμβεί, εκ των προτέρων
未来人 みらいじん

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος του μέλλοντος, μελλοντικός άνθρωπος
未踏 みとう

ουσιαστικό

  1. 01 πατημένος, ανεξερεύνητος
未完 みかん

ουσιαστικό

  1. 01 ημιτελής, ατελής
未発見 みはっけん

ουσιαστικό

  1. 01 ακαλύπτος, μη εντοπισμένος, ανεξερεύνητος
未読 みどく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αδιάβαστος
未開封 みかいふう

ουσιαστικό

  1. 01 ασφράγιστος, ανοιγμένος, με άθικτο σφράγισμα