27 αποτελέσματα για «束»
束表項目 たばひょうこうもく
ουσιαστικό
- 01 στοιχείο πίνακα δέσμης
束縛電子 そくばくでんし
ουσιαστικό
- 01 δεσμευμένο ηλεκτρόνιο
束稲 つかいね
ουσιαστικό
- 01 δεμάτι ρυζιού, δεσμίδα από φυτά ρυζιού
束生 そくせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δεσμιδοποίηση
束沸石 そくふっせき
ουσιαστικό
- 01 στιλβίτης, δεσμίνης
束感 たばかん
ουσιαστικό
- 01 περιποιημένη και τακτοποιημένη εμφάνιση (για μαλλιά ή βλεφαρίδες), καθαρά σχηματισμένες βλεφαρίδες, σωστά διαχωρισμένες τούφες μαλλιών
束
- 01 δέμα, δέσμη, πακέτο
- 02 δεμάτι (ιδίως για στάχυα)
- 03 δέσμη χαρτιών, στοίβα (χαρτιών)
- 04 δένω σε δέματα, δεματοποιώ
- 05 κυβερνώ, διοικώ
- 06 διαχειρίζομαι, διευθύνω
- 07 ελέγχω