65 αποτελέσματα για «板»

板木 ばんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη πλακέτα που χτυπιέται με σφυρί ως σήμα
板バネ いたばね

ουσιαστικό

  1. 01 ελατήριο φύλλου, πλακοειδές ελατήριο
板屋根 いたやね

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη στέγη
板材 いたざい

ουσιαστικό

  1. 01 σανίδα, ξύλινο σανίδι
板目 いため

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση σανίδων
  2. 02 νερά ξύλου (σε εγκάρσια φορά)
  3. 03 χοντρό χαρτόνι κατασκευασμένο από επάλληλα φύλλα χαρτιού ουάσι
板石 いたいし

ουσιαστικό

  1. 01 πλάκα πέτρας, πλακόστρωτο
板屋 いたや

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη σκεπή, οίκημα με ξύλινη σκεπή
板子 いたご

ουσιαστικό

  1. 01 σανίδα πλοίου
板葺き いたぶき

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη κεραμιδόστρωση
板さん いたさん

ουσιαστικό

  1. 01 μάγειρας
板子一枚下は地獄 いたごいちまいしたはじごく

άλλο

  1. 01 το πάχος μιας σανίδας σε χωρίζει από την κόλαση, σε ένα πλοίο, απέχεις μόλις λίγα εκατοστά από έναν υγρό τάφο
板門店 パンムンジョム

ουσιαστικό

  1. 01 Πανμουντζόμ (Κορέα), Πανμουντζέομ, Κοινή Περιοχή Ασφαλείας (Αποστρατιωτικοποιημένη Ζώνη της Κορέας)
板付き いたつき

ουσιαστικό

  1. 01 παρίσταμαι επί σκηνής κατά την άνοδο της αυλαίας
  2. 02 ξύλινο πάτωμα, δωμάτιο με ξύλινο δάπεδο
  3. 03 λεπτοκομμένο φαγητό ψημένο πάνω σε ξύλινη σανίδα κέδρου
板絵 いたえ

ουσιαστικό

  1. 01 έργο τέχνης πάνω σε ξύλο, καμβά, μεταλλική επιφάνεια, κ.λπ.
板金屋 ばんきんや

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης μεταλλικών ελασμάτων
板厚 いたあつ

ουσιαστικό

  1. 01 πάχος σανίδας
板紙 いたがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτόνι, χαρτόνι συσκευασίας
板金工 ばんきんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης λαμαρίνας
板唐戸 いたからど

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα κατασκευασμένη από μία ή περισσότερες ξύλινες σανίδες χωρίς πλαίσιο
板皮類 ばんぴるい

ουσιαστικό

  1. 01 πλακόδερμα (εξαφανισμένα ψάρια της κλάσης Placodermi)