33 αποτελέσματα για «林»
林政 りんせい
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση δασών
林務官 りんむかん
ουσιαστικό
- 01 δασοφύλακας
林業試験場 りんぎょうしけんじょう
ουσιαστικό
- 01 σταθμός δασικών πειραμάτων
林産物 りんさんぶつ
ουσιαστικό
- 01 δασικά προϊόντα
林務 りんむ
ουσιαστικό
- 01 δασοκομία
林鐘梅 りんしょうばい
ουσιαστικό
- 01 κινεζική αγριοκερασιά, θάμνος κερασιάς, ιαπωνική δαμασκηνιά (Prunus japonica)
林木育種場 りんぼくいくしゅじょう
ουσιαστικό
- 01 ινστιτούτο δασικής γενετικής βελτίωσης
林檎綿虫 りんごわたむし
ουσιαστικό
- 01 μηλοειδής αφίδα (Eriosoma lanigerum)
林縁 りんえん
ουσιαστικό
- 01 παρυφή δάσους, δασικό όριο
林分 りんぶん
ουσιαστικό
- 01 συστάδα δέντρων, δασική συστάδα
林業研修所 りんぎょうけんしゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικό κέντρο δασοκομίας
林原美術館 はやしばらびじゅつかん
ουσιαστικό
- 01 Μουσείο Τέχνης Χαγιασιμπάρα
林
- 01 άλσος, μικρό δάσος
- 02 δάσος