25 αποτελέσματα για «架»

架橋化合物 かきょうかごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 γεφυρωμένη ένωση
架空資産 かくうしさん

ουσιαστικό

  1. 01 εικονικά περιουσιακά στοιχεία
架空鉄道 かくうてつどう

ουσιαστικό

  1. 01 υπέργειος σιδηρόδρομος
架空索道 かくうさくどう

ουσιαστικό

  1. 01 εναέριος αναβατήρας
  1. 01 στήνω
  2. 02 πλαίσιο
  3. 03 τοποθετώ
  4. 04 στήριγμα
  5. 05 ράφι
  6. 06 κατασκευάζω