40 αποτελέσματα για «柔»
柔よく剛を制す じゅうよくごうをせいす
άλλο, ρήμα
- 01 η ευλυγισία υπερισχύει της ακαμψίας, η μαλακότητα νικά τη σκληρότητα, η ιτιά αν και εύκαμπτη αντέχει και λυγίζει το σκληρό ξύλο
柔道場 じゅうどうじょう
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα τζούντο
柔道家 じゅうどうか
ουσιαστικό
- 01 ασκούμενος στο τζούντο, τζουντόκα
柔毛 じゅうもう
ουσιαστικό
- 01 χνούδι, μαλακές τρίχες, γούνα
- 02 λάχνη (εντερική)
柔道整復師 じゅうどうせいふくし
ουσιαστικό
- 01 ειδικός αποκατάστασης τζούντο, φυσικοθεραπευτής τζούντο
柔婉 じゅうえん
επίθετο
- 01 απλός, λιτός, ειλικρινής, αυθόρμητος, ευθύς, ανεπιτήδευτος
柔組織 じゅうそしき
ουσιαστικό
- 01 παρεγχυματικός ιστός
柔道整復 じゅうどうせいふく
ουσιαστικό
- 01 τζούντο-σεϊφούκου, παραδοσιακή μη χειρουργική θεραπεία οστεοπαθητικής μάλαξης ιστών και ανάταξης οστών
柔んわり やんわり
επίρρημα, ρήμα
- 01 μαλακά, ήπια, απαλά, ευγενικά
柔軟仕上げ剤 じゅうなんしあげざい
ουσιαστικό
- 01 μαλακτικό ρούχων
柔軟思考 じゅうなんしこう
ουσιαστικό
- 01 ευέλικτος τρόπος σκέψης
柔軟路線 じゅうなんろせん
ουσιαστικό
- 01 υιοθετώ ευέλικτη προσέγγιση (ως προς)
柔剣棒 じゅうけんぼう
άλλο
- 01 τζουκενμπό, τεχνικές «σώματος, σπαθιού και ράβδου» στις πολεμικές τέχνες
柔細胞 じゅうさいぼう
ουσιαστικό
- 01 παρεγχυματικό κύτταρο
柔道整復術 じゅうどうせいふくじゅつ
ουσιαστικό
- 01 τζουντό-σεϊφουκού-τζούτσου (θεραπευτική τεχνική μέσω τζούντο)
柔らかさ やわらかさ
ουσιαστικό
- 01 μαλακότητα, τρυφερότητα
柔然 じゅうぜん
ουσιαστικό
- 01 Ζουζάν (μογγολικοί νομαδικοί λαοί), Ζου-ζαν, Χαγανάτο των Ζουζάν
柔道畳 じゅうどうたたみ
ουσιαστικό
- 01 τάταμι τζούντο
柔突起 じゅうとっき
ουσιαστικό
- 01 εντερική λάχνη
- 02 λάχνη
柔
- 01 τρυφερός
- 02 αδυναμία
- 03 πραότητα
- 04 απαλότητα