71 αποτελέσματα για «栄»

栄養源 えいようげん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή θρεπτικών συστατικών
栄養学 えいようがく

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτολογία, επιστήμη της διατροφής
栄枯盛衰 えいこせいすい

ουσιαστικό

  1. 01 τα πάνω και τα κάτω της ζωής, οι διακυμάνσεις της τύχης
栄養士 えいようし

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτολόγος, πτυχιούχος διατροφολόγος
栄養不良 えいようふりょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποσιτισμός, κακή διατροφή
栄耀 えいよう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυτέλεια, λαμπρότητα, ακμή
栄耀栄華 えいようえいが

ουσιαστικό

  1. 01 πλούτος, ευημερία και αλαζονική λαμπρότητα, (ζωή με πολυτέλεια) μεθυσμένος από τον πλούτο και την εξουσία, πολυτέλεια
栄螺 さざえ

ουσιαστικό

  1. 01 σαζάε (κάθε μαλάκιο της οικογένειας των Τουρμπινιδών, ειδικά το κερασφόρο σαλιγκάρι, Turbo cornutus)
栄え さかえ

ουσιαστικό

  1. 01 ευημερία, άνθηση, επιτυχία
栄養補助食品 えいようほじょしょくひん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλήρωμα διατροφής, συμπλήρωμα θρέψης
栄養物 えいようぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 θρεπτική τροφή, τροφή με υψηλή διατροφική αξία, διατροφή, θρεπτικά συστατικά
栄進 えいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, ανέλιξη
栄職 えいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητική θέση, αξίωμα
栄えある はえある

άλλο

  1. 01 ένδοξος, τιμημένος, λαμπρός
栄辱 えいじょく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή και ντροπή
栄位 えいい

ουσιαστικό

  1. 01 εξέχουσα θέση, ανώτατο αξίωμα
栄養過多 えいようかた

ουσιαστικό

  1. 01 υπερσιτισμός, υπερβολική πρόσληψη θρεπτικών συστατικών
栄典 えいてん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμές, διακρίσεις, τελετή, απονομή
栄誉賞 えいよしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητική διάκριση, βραβείο τιμής
栄枯 えいこ

ουσιαστικό

  1. 01 διακυμάνσεις, άνοδος και πτώση